Αρχική Ιατρικά Άγγελος Βάκαλος : Το «γιατρικό» για το Εθνικό Σύστημα Υγείας

Άγγελος Βάκαλος : Το «γιατρικό» για το Εθνικό Σύστημα Υγείας

από ttt

 Συνέντευξη Ποταμός του Α. Βακάλου στο «Σ.Θ.»

  • Η επιλογή προσωπικού – οικογενειακού γιατρού, πρέπει να είναι δικαίωμα
    και όχι υποχρέωση του «πολίτη»
  • Εδώ είμαστε όλοι λίγο – πολύ «γιατροί του λαού» και οι ασθενείς μας δεν
    είναι πλούσιοι, «φορούν τραγιάσκα»
  • Οικογενειακός γιατρός: Θα αποτύχει γιατί σχεδιάστηκε στο πόδι
    για να εξυπηρετήσει μια «ξεχασμένη» μνημονιακή υποχρέωση

 

Του Δημητρίου Γ. Νάτσιου

Όταν  ζήτησα από τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Σερρών, Άγγελο Βάκαλο, να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη στο «Σ.Θ.» είχα το μυαλό μου , μία συνέντευξη αναγκαστικά μεγάλη σε έκταση και κυρίως με βάθος. Του είπα ότι  δεν θέλω να δημοσιευτεί κάτω από την αφόρητη πίεση της καθημερινότητα, βιαστικά δηλαδή και έτσι έγινε.

Ο  Άγγελος Βάκαλος, σε μία εκ βαθέων συζήτηση απαντά σε καίρια ερωτήματα, δίνοντας πλήρη εικόνα του χώρου της ιατρικής επιστήμης και της υγειονομικής περίθαλψης – τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο.

Μιλά για την ιατρική εκπαίδευση και τη βασανιστική περιπέτεια να γίνει κάποιος γιατρός, τις σχέσεις γιατρών ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, την φυγή των Ελλήνων γιατρών σε χώρες του εξωτερικού και γιατί αυτή συμβαίνει, την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού από την ιατρική κοινότητα και το δημόσιο σύστημα υγείας, τον θεσμό του «οικογενειακού γιατρού». Μας ενημερώνει, επίσης,  για τον Ιατρικό σύλλογο Νομού Σερρών.

Σπεύδει, στο τέλος, να διευκρινίσει ότι: «Οι απόψεις που διατυπώνει, ανήκουν στον πρόεδρο του Δ.Σ. του Ιατρικού Συλλόγου Σερρών. Δεν είναι θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, ούτε του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, αν και στα περισσότερα σημεία συμπίπτουν με αυτές. Έχουν διαμορφωθεί μετά από πολλές συσκέψεις, συνεδριάσεις και συνελεύσεις του Ιατρικού Συλλόγου Σερρών, του Ι.Σ. Αθηνών, του Ι.Σ. Θεσσαλονίκης, άλλων Ι.Σ. και κυρίως του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, σε αρκετές από τις οποίες συμμετείχαν οι τωρινοί και οι προηγούμενοι υπουργοί αυτής και προηγουμένων κυβερνήσεων».

 Για χρόνια η Ιατρική αποτελούσε  όνειρο για πολλούς νέους. Χρειαζόταν βεβαίως, πολύχρονη προσπάθεια για να εισαχθεί κανείς στις Ιατρικές σχολές και στη συνέχεια για τις σπουδές. Είναι και σήμερα μία βασανιστική περιπέτεια το να γίνει κάποιος γιατρός;

Φυσικά εξακολουθεί να είναι μία βασανιστική περιπέτεια. Το να εισαχθεί κάποιος σε μια Ελληνική Ιατρική σχολή συνεχίζει να είναι δύσκολο. Ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και μεταξύ αρίστων. Όμως και στη συνέχεια, οι σπουδές είναι απαιτητικές και μακροχρόνιες και δεν τελειώνουν με το πτυχίο. Ο νέος γιατρός, έχει άλλο τόσο ή και περισσότερο δρόμο να διανύσει μετά την ορκωμοσία, για πάρει κάποια ειδικότητα. Και θα συνεχίσει ακόμα για εξειδίκευση και μεταπτυχιακές σπουδές.

Για παράδειγμα, ένα παιδί που μπήκε φέτος στο Πανεπιστήμιο, χρειάζεται περίπου 15 χρόνια για να γίνει εντατικολόγος, μια ειδικότητα που είναι της επικαιρότητας,

Προσθέτω εδώ κάτι που θέλω να  γραφτεί με την ευκαιρία των Πανελλαδικών εξετάσεων και της πρόσφατης δοκιμασίας που πέρασαν μαθητές και γονείς, ιδιαίτερα όσοι προσπάθησαν πολύ, κουράστηκαν, πλησίασαν το στόχο τους, αλλά δεν κατάφεραν να τον πετύχουν – για λίγο.

Και η κόρη μου Μαγδαληνή πέρασε από αυτή τη δοκιμασία, πριν τρία χρόνια. Ήταν από μικρή πολύ καλή μαθήτρια, διάβαζε πάντα εντατικά και συστηματικά, αλλά δεν μπόρεσε να εισαχθεί στην Ιατρική για λιγότερο από μισό βαθμό. Είχε φυσικά τη δυνατότητα να γραφτεί σε οποιαδήποτε άλλη σχολή υγείας, οδοντιατρική, κτηνιατρική κλπ. Προτίμησε τη μοριακή Βιολογία στην Αλεξανδρούπολη, πήγε εκεί,  παρακολούθησε κάποια μαθήματα και της άρεσε. Όμως μετά ήρθε και μας είπε ότι η σχολή είναι ενδιαφέρουσα και η φοιτητική ζωή ωραία, αλλά θα ήθελε να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στον εαυτό της, για να μη τη βασανίζει αυτή η χαμένη δυνατότητα στο μέλλον. Μελέτησε, λοιπόν, για άλλον ένα χρόνο κλεισμένη στο σπίτι (με τη βοήθεια και του κορωνοϊού), χωρίς να παραπονεθεί ούτε μία φορά. Τελικά, έδωσε ξανά εξετάσεις και πέρασε με πολύ καλή σειρά στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, όπου συνεχίζει τις σπουδές της.

Με αυτό θέλω να πω ότι τα παιδιά δεν πρέπει να απογοητεύονται ούτε να σταματούν την προσπάθεια. Η αποτυχία δεν πρέπει να τους καταβάλλει, επειδή είναι τόσο υψηλές οι βαθμολογικές επιδόσεις που απαιτούνται για αυτές τις σχολές, ώστε μια μικρή ατυχία αρκεί για να μη φθάσουν στο στόχο. Δεν πρέπει να παραιτηθούν, ούτε να απελπιστούν. Το να έχουν την φιλοδοξία να μπουν στην Ιατρική, σημαίνει ότι είναι καλοί μαθητές και έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

Ενώ μπορεί μια μικρή ατυχία να στερήσει την είσοδο στην Ιατρική Σχολή σε κάποιο  μαθητή ή μαθήτρια με πολλές ικανότητες που προετοιμάστηκε άριστα, το αντίθετο δε συμβαίνει. Όσοι περάσουν τελικά στις Ιατρικές σχολές με πανελλαδικές εξετάσεις, είναι βέβαιο ότι διαθέτουν τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις, έχουν μάθει να διαβάζουν, μπορούν να αφομοιώνουν γνώσεις και εκτός απροόπτου, θα καταφέρουν να τελειώσουν τη σχολή. Διότι πραγματικά οι σπουδές στην ιατρική είναι δύσκολες, και όχι μόνο δύσκολες – σε πολλές περιπτώσεις και ιδίως στα πρώτα έτη, είναι ανιαρές, κουραστικές και βαρετές. Μέχρι ν’ αρχίσει να ασχολείται κανείς με τα ενδιαφέροντα μαθήματα, περνούν κάποια χρόνια. Άλλο είναι να μελετά ο φοιτητής Βιοχημεία και να φουσκώνει το κεφάλι του με χημικές αντιδράσεις και άλλο να διαβάζει Παιδιατρική και να παρακολουθεί τα παιδάκια στο Νοσοκομείο. Όμως για να φθάσει στην παιδιατρική, πρέπει να ξέρει Βιοχημεία (και Ανατομία και Φυσιολογία και Φαρμακολογία και πολλά άλλα…). Δεν είναι φυσικά ούτε η παιδιατρική εύκολη, αλλά είναι πιο ευχάριστη και πιο ενδιαφέρουσα.

Συνεχίζοντας τις προσπάθειές τους μέσα στη Σχολή, οι φοιτητές θα βρουν αυτό που θέλουν, αυτό που τους αρέσει, αυτό που αγαπούν. Υπάρχουν δεκάδες ειδικότητες, από τα εργαστήρια της Παθολογικής Ανατομίας, μέχρι τα κατσαβίδια της Ορθοπεδικής και από τις λεπτομέρειες της Ρευματολογίας μέχρι τον ανθρωπισμό της Γενικής Ιατρικής και της Παιδιατρικής, ακόμα και τη «φιλοσοφία» της Ψυχιατρικής. Οι δρόμοι είναι πολλοί και ατελείωτοι. Τα κίνητρά τους δεν πρέπει να είναι το πώς θα κερδίσουν χρήματα, αλλά το να κάνουν αυτό που τους ικανοποιεί, κάτι που θα μάθουν και θα κάνουν σωστά και με το οποίο θα αξιωθούν να προσφέρουν στην κοινωνία και κατά συνέπεια και στην οικογένειά τους. Όσοι με αυτές τις προϋποθέσεις επιλέξουν να υπηρετήσουν την Ιατρική και το επιδιώξουν συστηματικά, θα το καταφέρουν και θα γίνουν «καλοί γιατροί.

Δεν είναι πολλά 15 χρόνια;

Είναι πολλά αλλά και η επιστήμη είναι μεγάλη. Όπως έλεγε ο Ιπποκράτης «Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρά..» Και συνέχιζε «ὁ δὲ καιρὸς ὀξὺς, ἡ δὲ πεῖρα σφαλερὴ, ἡ δὲ κρίσις χαλεπή…» Όσα χρόνια και να αφιερώσει κανείς, όσο και να μελετήσει, πάντα έχει την αίσθηση ότι δεν κατέχει ολοκληρωτικά ούτε καν το πεδίο της ειδικότητάς του.

Και πως οργανώνει κάποιος τη ζωή του όλα αυτά τα 15 χρόνια. Βιοπορίζεται, παίρνει τα ανάλογα χρήματα;

Κατά τη διάρκεια των βασικών σπουδών που διαρκούν – όπως είπαμε – έξι χρόνια, ο φοιτητής φυσικά δεν πληρώνεται. Και μάλιστα, επειδή το πρόγραμμα της Σχολής και της μελέτης είναι απαιτητικό, είναι δύσκολο να δουλέψει κάπου, ακόμα και για λίγες ώρες, ώστε να ανακουφίσει τους γονείς του. Μετά όμως, κατά τη διάρκεια του αγροτικού και της ειδίκευσης, οι νέοι γιατροί υπηρετούν ταυτόχρονα το Εθνικό Σύστημα Υγείας και γι’ αυτό πληρώνονται. Τα χρήματα δεν είναι πολλά (όπως σε όλες τις θέσεις του ΕΣΥ), δίνουν όμως κάποια οικονομική αυτονομία.

Η λίστα αναμονής για τη ειδικότητα των γιατρών συνεχίζει να είναι όπως είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια ή λόγω μετανάστευσης έχει βελτιωθεί η κατάσταση;

Λόγω της φυγής στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, σε πολλές ειδικότητες έχει λιγοστέψει ο αριθμός των γιατρών που περιμένουν. Μερικές φορές συμβαίνει και το αντίθετο: Δεν υπάρχουν νέοι γιατροί διαθέσιμοι να πάρουν θέση ειδικευόμενου σε ορισμένες κλινικές. Σε κάποιες ειδικότητες όμως, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη αναμονή.

Στην Υποχρεωτική Υπηρεσία Υπαίθρου, δηλαδή το «αγροτικό», ετοιμάζεται μια σημαντική αλλαγή. Οι νέοι γιατροί θα υπηρετούν αρχικά για ένα εξάμηνο σε Νοσοκομείο, Στο διάστημα αυτό θα ασκούνται σε ορισμένες πρακτικές δεξιότητες σχετικές κυρίως με την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, που τις ξέρουν από τη Σχολή, αλλά ίσως δεν είχαν την ευκαιρία να τις εφαρμόσουν. Αλλιώς είναι να ασκούνται ομάδες φοιτητών με 10 ή και περισσότερα άτομα σε Πανεπιστημιακή Κλινική και αλλιώς ένας ή δύο νέοι γιατροί κάτω από την καθοδήγηση έμπειρων ειδικών στην πράξη. Κατά το διάστημα αυτό θα πληρώνονται κανονικά. Κατόπιν θα στέλνονται στα Περιφερειακά Ιατρεία για άλλους έξι μήνες, έχοντας περισσότερα εφόδια για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν εκεί. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια, οι ανάγκες των περισσότερων Περιφερειακών Ιατρείων καλύπτονται κανονικά, από γιατρούς με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής.

Τι έχετε να πείτε γενικότερα για το φαινόμενο φυγής των γιατρών μας στο εξωτερικό; Η φτωχή Ελλάδα επωμίζεται το μεγάλο κόστος εκπαίδευσής τους και τους παίρνουν έτοιμους, προς αξιοποίηση – εκμετάλλευση, οι πλούσιες χώρες του Βορρά.

Ο πρόεδρος του ιατρικού συλλόγου Αγγελος Βακάλος δεξιά με τον δημοσιογράφο Δημήτριο Νάτσιο κατά την διάρκεια της συνέντευξης που παραχώρησε στο “Σ.Θ.”

Ναι, έτσι συμβαίνει. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πάνω από 20 χιλιάδες Έλληνες γιατροί στο Εξωτερικό, από τους οποίους οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα. Βρίσκονται στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, αλλά και στις πλούσιες Αραβικές χώρες. Ανάμεσα τους μερικοί είναι από τους καλύτερους, γιατί αυτοί είναι και οι πιο περιζήτητοι.

Πραγματικά, το κόστος για να «παραχθεί» ένας γιατρός είναι τεράστιο. Πολύχρονες σπουδές σε πολυδάπανες Ιατρικές Σχολές με νοσοκομεία, εργαστήρια, μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικού προσωπικού, ακριβά βιβλία. Όλα αυτά τα χρήματα τα πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος. Όμως και οι γονείς των φοιτητών επιβαρύνονται με πολλά έξοδα, μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους. Μετά φεύγουν οι νέοι γιατροί και τους χάνουμε όλοι…

Και οι γονείς, που θα ήθελαν ως ηλικιωμένοι να δέχονται τη φροντίδα του παιδιού τους, αν μάλιστα τυχαίνει να είναι γιατρός, αλλά και η πατρίδα. Δεν μπορούμε όμως να τους κατηγορήσουμε, επειδή ο καθένας έχει το δικαίωμα να ψάχνει τον καλύτερο τρόπο να αξιοποιήσει τις ικανότητές του και τις πολύχρονες προσπάθειες που έχει καταβάλει.

Εδώ ακούμε ότι ο γιατρός φεύγει για το εξωτερικό γιατί  δεν μπορεί να έχει καλές αμοιβές στο Ελληνικό Δημόσιο σύστημα Υγείας;

Δεν είναι τόσο το οικονομικό που ωθεί τους νέους γιατρούς στο εξωτερικό, όσο οι καλύτερες ευκαιρίες για εκπαίδευση και για επιστημονική εξέλιξη, αλλά και η αξιοκρατία που υπάρχει (ή θεωρούμε ότι υπάρχει) εκεί. Όσον αφορά το οικονομικό, οι μισθοί στην Ελλάδα είναι στο 1/3 των μισθών της ανεπτυγμένης Ευρώπης. Βέβαια το κόστος ζωής είναι μεγαλύτερο εκεί και οι συνθήκες δεν είναι πάντα ιδανικές, ιδίως για οικογένειες, γι’ αυτό πολλοί σχεδιάζουν να επιστρέψουν κάποια στιγμή, ή επιστρέφουν.

Τα προηγούμενα χρόνια κάθε εβδομάδα, ή κάθε δεκαπέντε μέρες, ένας γιατρός από το δικό μας Σύλλογο έφευγε για το εξωτερικό. Τα τελευταία δυο – τρία χρόνια όμως, φαίνεται ότι η ζήτηση για Έλληνες γιατρούς (ή για ξένους γιατρούς γενικά) από τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και τις Αραβικές χώρες, έχει ελαττωθεί. Ίσως άρχισαν να καλύπτονται οι ανάγκες τους. Οι σχετικές αγγελίες που παίρνουμε στον Ιατρικό Σύλλογο από τα ξένα γραφεία που κάνουν αυτή τη δουλειά, έχουν μειωθεί σημαντικά, όπως και ο αριθμός των γιατρών που ζητούν βεβαιώσεις για να φύγουν.

Αντίθετα, αρκετοί γιατροί τόσο του ΕΣΥ (κυρίως υψηλόβαθμοι) όσο και ελεύθεροι επαγγελματίες, φεύγουν τελευταία για την Κύπρο. Οι αμοιβές τους εκεί είναι πολύ ψηλότερες από εδώ, οι φόροι χαμηλότεροι και ο τρόπος ζωής ίδιος, γιατί η Κύπρος είναι κομμάτι του Ελληνικού πολιτισμού.

Ακούγεται ότι έχουμε αναλογικά πολλούς γιατρούς; Ποια είναι η αλήθεια σε αυτό το ζήτημα;

Και τα δυο είναι σωστά. Και πολλούς γιατρούς έχουμε και λίγους. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν 60 χιλιάδες γιατροί, από τους οποίους οι 50-55 χιλιάδες είναι γραμμένοι στο σύστημα της ΗΔΙΚΑ, δηλαδή μπορούν να συνταγογραφούν. Επομένως, αυτοί είναι ενεργοί στο ιατρικό επάγγελμα. Βεβαίως, μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να έφυγαν στο εξωτερικό αλλά να παρέμειναν στο σύστημα της ΗΔΙΚΑ.

Δυστυχώς, παρά τις υποσχέσεις, δεν υπάρχει κεντρική βάση δεδομένων ούτε στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, ούτε στο Υπουργείο Υγείας, ώστε να ξέρουμε πόσοι γιατροί υπάρχουν, τις ειδικότητες και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους. Τα στοιχεία είναι διάσπαρτα σε όλους τους ιατρικούς συλλόγους και αλλάζουν συνεχώς: Άλλοι παίρνουν πτυχίο, άλλοι φεύγουν στο εξωτερικό, άλλοι συνταξιοδοτούνται, άλλοι πεθαίνουν…

Συμπερασματικά, υπολογίζουμε ότι μέσα στην Ελλάδα υπάρχουν 50 με 55 χιλιάδες ενεργοί γιατροί και μερικές χιλιάδες ακόμη που τώρα τελείωσαν και περιμένουν ν’ αρχίσουν την ειδίκευσή τους, υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία ή σε εκπαιδευτικές και διοικητικές θέσεις.

Όμως υπάρχουν μεγάλες ή μικρότερες ελλείψεις σε ορισμένες ειδικότητες: Γενικοί, Παθολόγοι, Πνευμονολόγοι, Ψυχίατροι και Παιδοψυχίατροι, Ακτινολόγοι, Αναισθησιολόγοι, Εντατικολόγοι, κ.ά. Αντίθετα υπάρχει υπερβολικός αριθμός γιατρών σε ορισμένες παθολογικές και ιδίως χειρουργικές ειδικότητες (γεγονός που έχει δυσμενείς συνέπειες στην επαρκή εγχειρητική εκπαίδευση των νέων χειρουργών, αλλά και τη διατήρηση – αύξηση της εγχειρητικής ικανότητας των παλιότερων).

Επιπρόσθετα το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια πρόβλημα ανεπάρκειας Ιατρικού προσωπικού, γεγονός που έγινε ιδιαίτερα αισθητό κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μετά τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις των γιατρών που είχαν προσληφθεί λίγο πριν η μετά το 1990, δεν βρέθηκε στις κλινικές επαρκής αριθμός νεότερων αλλά εξίσου έμπειρων ικανών γιατρών για να τους διαδεχθεί. Δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη για την ομαλή ανανέωση, εξέλιξη και διαδοχή του προσωπικού. Έτσι, το ΕΣΥ έφθασε στο σημείο να προσπαθεί να καλύψει τα κενά από την αποχώρηση έμπειρων διευθυντών, με επικουρικούς γιατρούς που μόλις είχαν τελειώσει την ειδίκευσή τους.

Και φυσικά, το ΕΣΥ δεν μπορεί να βρει γιατρούς, παρά τις συνεχείς προκηρύξεις θέσεων, επειδή έχει πάψει προ πολλού να είναι ανταγωνιστικός εργοδότης. Και δεν είναι μόνο εξαιτίας των αμοιβών (ένας διευθυντής βαριάς κλινικής του ΕΣΥ, με τουλάχιστον τριάντα χρόνια προϋπηρεσίας, με επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο, διδακτορικό, κλπ στην Ελλάδα παίρνει – μαζί με τις εφημερίες – γύρω στις δυόμιση χιλιάδες ευρώ το μήνα (!!!), ενώ μπορεί στο εξωτερικό να τον ζητούν με εξαπλάσια αμοιβή). Είναι αξιοπερίεργο πώς δεν έφυγαν τελικά όλοι…

Πέρα από τις αμοιβές είναι οι εξουθενωτικές συνθήκες εργασίας, οι υπερβολικές εφημερίες (μερικές φορές απλήρωτες), οι μετακινήσεις σε άλλα νοσοκομεία όταν υπάρχει ανάγκη, η δυσκολία να παράγει κανείς επιστημονικό έργο, η αδυναμία μετεκπαίδευσης, η έλλειψη συνεργατών, οι καυγάδες, οι απειλές και οι επιθέσεις από δύστροπους ασθενείς και συνοδούς (σε τέτοιες περιπτώσεις, η Διοίκηση του Νοσοκομείου συνιστά στον ιατρό να προχωρήσει ο ίδιος σε μήνυση, αναλαμβάνοντας και την ταλαιπωρία και τα έξοδα) και ένας σωρός άλλα αντικίνητρα.

Οι Ελληνικές ιατρικές σχολές είχαν κάποτε πολύ καλή φήμη. Σήμερα ποια είναι η κατάσταση;

“Οι γιατροί επιδιώκουν να προστατεύσουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους και σε τελική ανάλυση, την υγεία των ασθενών τους και των ίδιων” δήλωσε ο Αγγελος Βακάλος στο “Σ.Θ.”

 Εξακολουθούν να έχουν καλή φήμη, απ’ ότι βλέπουμε σε διάφορες ανασκοπήσεις και απ’ ότι συμπεραίνουμε από τη ζήτηση που έχουν οι απόφοιτοί τους στο εξωτερικό. Αυτό οφείλεται στο πολύ καλό επίπεδο των φοιτητών – όπως αναφέραμε στην αρχή – και στο επίσης πολύ καλό επίπεδο πολλών καθηγητών.

Συνεχίζουν και σήμερα να είναι τα δημόσια Νοσοκομεία ορμητήρια επαγγελματικής ανάδειξης  γιατρών – για μεταπήδηση και συνέχιση καριέρας στον ιδιωτικό τομέα; Γενικώς πως είναι οι σχέσεις ιδιωτών γιατρών και γιατρών του ΕΣΥ;

Τα κρατικά και πανεπιστημιακά Νοσοκομεία ασφαλώς είναι εφαλτήρια επαγγελματικής ανάδειξης, γιατί εκεί θα εκπαιδευτεί και θα ειδικευτεί κάποιος. Στην Ελλάδα, αυτό δεν μπορεί να γίνει σε ιδιωτικό Νοσοκομείο. Είναι υποχρεωτικό να περάσει κάποιος από κρατικό Νοσοκομείο για ειδίκευση και αυτό κάνουν όλοι. Εκεί θα λάβει το 90% των γνώσεων και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την ειδικότητα.

Σε ιδιωτικό Νοσοκομείο μπορεί να πάρει ένας ήδη ειδικός γιατρός, συγκεκριμένες και άκρως εξειδικευμένες γνώσεις (αν συνεργαστεί με κάποιον που τις κατέχει καλά και θέλει να τις μεταδώσει).

Μερικοί γιατροί φεύγουν από τα κρατικά Νοσοκομεία και μεταπηδούν στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι κάτι που γίνεται πολύ συχνά, επειδή και ο ιδιωτικός τομέας έχει τα προβλήματά του. Εξάλλου, οι Έλληνες είμαστε διστακτικοί στις αλλαγές (και γινόμαστε περισσότερο διστακτικοί καθώς περνούν τα χρόνια). Όμως και στην πόλη μας έχουμε μερικά παραδείγματα. Συνήθως πρόκειται για γιατρούς αρκετά έμπειρους και υψηλόβαθμους στην ιεραρχία του ΕΣΥ  ή για γιατρούς που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο και συνεχίζουν τη σταδιοδρομία τους στον ιδιωτικό τομέα.

Γιατροί που φεύγουν από το ΕΣΥ για να κάνουν καριέρα με την έννοια του «μεγαλογιατρού», της πλούσιας πελατείας και της πολυτελούς κλινικής, δεν υπάρχουν στην πόλη μας. Αυτά γίνονται ίσως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Εδώ είμαστε όλοι λίγο – πολύ «γιατροί του λαού» και οι ασθενείς μας δεν είναι πλούσιοι, «φορούν τραγιάσκα» όπως έλεγαν οι παλιότεροι.

Όσον αφορά τις σχέσεις των ιδιωτών ιατρών με τους γιατρούς του ΕΣΥ, δεν υπάρχουν ιδιαίτερα προβλήματα. Η κοινωνία μας είναι μικρή, είμαστε λίγοι και οι περισσότεροι γνωριζόμαστε. Κάποιες φορές υπάρχουν προβλήματα ανταγωνισμού , όχι με την έννοια του κέρδους, αλλά με την έννοια του επιστημονικού και επαγγελματικού κύρους. Μερικές φορές οι ιδιώτες γιατροί θεωρούν ότι οι γιατροί του ΕΣΥ είναι προνομιούχοι και άλλες φορές αυτοί θεωρούν ότι οι ιδιώτες κερδίζουν περισσότερα. Και οι δύο πλευρές έχουν εν μέρει δίκιο. Υπάρχουν γιατροί στο ΕΣΥ που είναι σχετικά προνομιούχοι, χωρίς  ενδεχομένως να είναι οι καλύτεροι στον τομέα τους και υπάρχουν γιατροί στον ιδιωτικό τομέα που έχουν υψηλές απολαβές τις οποίες ίσως δεν θα τις άξιζαν από άποψη επιστημονική και ιατρική.

Συνήθως, όμως, υπάρχουν σχέσεις συναδελφικότητας, φιλίας και συνεργασία για τους ασθενείς που θα μπουν ή θα βγουν από το Νοσοκομείο

Πόσα είναι σήμερα τα ενεργά μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Σερρών;

Με τις συνεχείς εγγραφές – μετεγγραφές – διαγραφές κυμαίνονται από 600 ως 650 και περιλαμβάνουν όλες τις κατηγορίες γιατρών, δηλαδή του ΕΣΥ – Νοσοκομειακούς και κέντρων Υγείας – ειδικευόμενους, αγροτικούς, στρατιωτικούς, ελεύθερους επαγγελματίες, νέους πτυχιούχους σε αναμονή, γιατρούς που εργάζονται σε ιδιωτικά εργαστήρια και κλινικές.

Πως βιώσατε την κατάσταση με την πανδημία ως γιατροί και την άποψη ότι τα περιφερειακά Νοσοκομεία δεν παρέχουν υπηρεσίες ανάλογες με αυτές των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης;

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Τα περιφερειακά Νοσοκομεία είναι αδικημένα σε σχέση με τα τριτοβάθμια Νοσοκομεία του κέντρου, τα Πανεπιστημιακά, τα μεγάλα  κρατικά αλλά και ιδιωτικά Νοσοκομεία. Αυτά είναι καλύτερα στελεχωμένα. Οι περισσότεροι γιατροί θέλουν να βρεθούν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν μεγαλύτερες ευκαιρίες εκεί, δε θέλουν να έρθουν στις Σέρρες ή σε άλλα Νοσοκομεία της Περιφέρειας.

Όντας μεγαλύτερα Νοσοκομεία, διαθέτουν και περισσότερες ειδικότητες, κλινικές και εργαστήρια, επομένως διαθέτουν συσσωρευμένη εμπειρία και τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν πιο δύσκολα και σπάνια περιστατικά.

Για τα αποτελέσματα της νοσηλείας των ασθενών με Covid-19  και τις επιδόσεις των περιφερειακών σε σχέση με τα τριτοβάθμια – κεντρικά νοσοκομεία, δεν έχουν γίνει ακόμη αξιόπιστες συγκριτικές μελέτες. Για να αποδειχθεί κάτι σχετικό χρειάζεται  σοβαρή εργασία, χρόνος, πολλά περιστατικά και επιστημονική μεθοδολογία. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα καθώς αποφορτίζεται το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Όπως καταλαβαίνετε είναι πολλοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη και κυρίως, η κατάσταση που εισήχθη ο ασθενής στο Νοσοκομείο. Συνήθως στην επαρχία πήγαιναν την τελευταία στιγμή και ως εκ τούτου όλα ήταν δυσκολότερα. Το ίδιο ισχύει για τις μονάδες εντατικής θεραπείας: Σε ποια κατάσταση έμπαιναν οι ασθενείς, αν έμπαιναν μόνον εφόσον η διασωλήνωση ήταν αναπόφευκτη, και αν υπήρχε η δυνατότητα αφού γινόταν αρνητικοί στον κορωνοϊό, να πάρουν εξιτήριο και να βρεθούν για περεταίρω αντιμετώπιση σε μη Covid μονάδες εντατικής θεραπείας. Φαίνεται ότι και αυτοί οι λόγοι συνετέλεσαν να υπάρχουν καλύτερα αποτελέσματα στα μεγάλα Νοσοκομεία από ότι εδώ. Οι μονάδες εντατικής θεραπείας διαθέτουν δικά τους διεθνή πρότυπα και μεθόδους, με τις οποίες αξιολογούν τη βαρύτητα και την έκβαση των περιστατικών τους. Κάποια στιγμή θα δημοσιευθούν οι σχετικές ανασκοπήσεις.

Στην επικαιρότητα είναι, τέλος, το θέμα του «οικογενειακού γιατρού». Τι έχετε να μας πείτε γι’ αυτό το σημαντικό ζήτημα;

Πράγματι είναι καθολική η παραδοχή ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί επιτέλους και στην Ελλάδα ένα σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας βασισμένο στον οικογενειακό – προσωπικό γιατρό και προσανατολισμένο στη διατήρηση της υγείας, την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση, την καθοδήγηση των ασθενών, την αντιμετώπιση συνηθισμένων περιστατικών, τη νοσηλεία και την αποθεραπεία στο σπίτι.

Εκτός από τα προφανή οφέλη που προσδοκώνται από ένα τέτοιο σύστημα όσον αφορά τη δημόσια υγεία, αναμένεται και η αποσυμφόρηση των Νοσοκομείων και ιδιαίτερα των τμημάτων επειγόντων περιστατικών.

Η σχεδόν παντελής απουσία του έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οπότε, παρότι το κενό το κάλυψαν κατά το δυνατόν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, επιβαρύνθηκαν δυσανάλογα τα Νοσοκομεία.

Ένα τέτοιο σύγχρονο σύστημα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα πρόσφατα δημογραφικά και επιδημιολογικά δεδομένα (γήρανση πληθυσμού, συνηθισμένες χρόνιες παθήσεις και οι επιπτώσεις τους) και την εκθετική αύξηση γνώσεων και διαγνωστικών και θεραπευτικών δυνατοτήτων σε όλους τους τομείς της Ιατρικής, πληροφορικής και τηλεϊατρικής, μαζί με τη συνακόλουθη «έκρηξη» των αντίστοιχων δαπανών.

Επίσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας (πολλά μικρά νησιά και απομονωμένες κοινότητες) και τα χαρακτηριστικά του Ελληνικού Ιατρικού δυναμικού (ελλείψεις Γενικών γιατρών, επάρκεια γιατρών άλλων ειδικοτήτων).

Δεν είναι δυνατό να αποσκοπεί να γίνει τυφλή αντιγραφή συστημάτων που σχεδιάστηκαν για άλλες χώρες, σε άλλες εποχές και υπό άλλες συνθήκες, τα οποία  ήδη έχουν κάνει εμφανή τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους. Θα πρέπει να χρησιμοποιεί την εμπειρία των ξένων για να δημιουργηθεί κάτι καλύτερο, πιο σύγχρονο και πιο προσαρμοσμένο στην Ελληνική πραγματικότητα. Και φυσικά, χρειάζονται πολλά χρήματα και καλή οργάνωση.

Θεωρούμε θεμελιώδη απαίτηση για ένα τέτοιο σύστημα, να εγγυάται στον ασθενή την πρόσβαση στον προσωπικό – οικογενειακό του γιατρό, το αργότερο μέσα στην επόμενη εργάσιμη ημέρα, για κάθε έκτακτο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει,. Εξαιρούνται φυσικά από τη μια πλευρά οι προγραμματισμένες προληπτικές εξετάσεις και επανεξετάσεις και από την άλλη τα επείγοντα περιστατικά. Αντίστοιχα γρήγορη θα πρέπει να είναι και η πρόσβαση σε γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εφόσον απαιτείται. Δεν πρέπει να καταλήξει σε έναν ακόμα γραφειοκρατικό λαβύρινθο με ραντεβού μετά από εβδομάδες. Και φυσικά, η εξέταση θα πρέπει να γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο από το γιατρό και όχι τηλεφωνικά ή από άλλον «επαγγελματία υγείας» όπως γίνεται συχνά στο εξωτερικό.

Ο προσωπικός – οικογενειακός γιατρός, όμως, ακόμη κι αν είναι πάντα διαθέσιμος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει άμεσα και οριστικά μόνος του και χωρίς εργαστηριακή υποστήριξη όλα τα επείγοντα περιστατικά (η αυτά που ο ασθενής θεωρεί ότι είναι επείγοντα). Ούτε και φυσικά ν’ αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτά.

Για να αποσυμφορηθούν πραγματικά τα τμήματα επειγόντων περιστατικών των νοσοκομείων, θα πρέπει να υπάρχουν κέντρα υγείας ή κέντρα εφημερίας ή πολυϊατρεία ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τα, που να λειτουργούν καθημερινά και όλο το εικοσιτετράωρο, τόσο μέσα στις πόλεις όσο και σε «στρατηγικά» σημεία της υπαίθρου. Αυτά για να είναι αποτελεσματικά, θα πρέπει να διαθέτουν τις βασικές ειδικότητες και εργαστήρια (ακτινολογικό, βιοπαθολογικό), δυνατότητα καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης, μικροεπεμβάσεων και βραχείας νοσηλείας και να υποστηρίζονται συνεχώς από ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ. Στην ουσία δηλαδή θα είναι μικρά νοσοκομεία με πολυάριθμο προσωπικό. Και θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό αυτό θα αξιοποιείται ανάλογα με τις γνώσεις, τις δυνατότητες (και το κόστος του) και η καθημερινή τριβή του θα είναι επαρκής για να διατηρεί και να επαυξάνει την εμπειρία και τις δεξιότητές του.

Έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες στο παρελθόν για να καθιερωθεί ένα τέτοιο σύστημα και στην Ελλάδα, όμως όλες απέτυχαν. Πιστεύουμε ότι απέτυχαν επειδή σχεδιάστηκαν «στο πόδι», προσπάθησαν απλώς να αντιγράψουν ξένα συστήματα και συνάντησαν την αδιαφορία των Ελλήνων γιατρών αλλά και του πληθυσμού. Και οι μεν γιατροί αδιαφόρησαν επειδή θεώρησαν ότι το σύστημα θα τους παρείχε πολύ λίγα, απαιτώντας πάρα πολλά, οι δε υπόλοιποι αδιαφόρησαν επειδή με τα υπάρχοντα τότε συστήματα των ασφαλιστικών φορέων (ΙΚΑ, ΟΓΑ, Δημόσιο, κλπ – τα οποία είχαν προβλήματα αλλά και πλεονεκτήματα) και την εύκολη και φθηνή πρόσβαση σε ιδιώτες ειδικούς γιατρούς, δεν είχαν κάτι να κερδίσουν.

Έτσι φθάνουμε στη νέα αυτή προσπάθεια, η οποία επαναλαμβάνει τα λάθη των προηγουμένων και πιστεύουμε ότι θα έχει την ίδια κατάληξη.

Σχεδιάστηκε πρόχειρα, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες αποτυχίες, ούτε οι προτάσεις των Ιατρικών Συλλόγων (ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος έχει διατυπώσει εδώ και τρία χρόνια συγκροτημένη, αιτιολογημένη και κοστολογημένη πρόταση για το θέμα αυτό). Απλώς προσφέρθηκαν ελαφρώς καλύτερες αμοιβές στους γιατρούς από την προηγούμενη προσπάθεια.

Σκοπός είναι να καλυφθεί μια «ξεχασμένη» μνημονιακή υποχρέωση, ότι δηλαδή μέχρι το τέλος της χρονιάς, ο μισός πληθυσμός της Ελλάδος θα πρέπει να έχει δηλώσει οικογενειακό γιατρό.

Για το λόγο αυτό, γίνεται προσπάθεια να «εξαναγκασθούν» όλοι να δηλώσουν οικογενειακό γιατρό (αν και γιατροί δεν υπάρχουν), με συνεχείς αναβολές των προθεσμιών και απειλές για αυξημένες συμμετοχές στα φάρμακα και στις εξετάσεις. Κάτι τέτοιο βεβαίως είναι αντισυνταγματικό και ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος θα το προσβάλει νομικά. Όμως η επιλογή προσωπικού – οικογενειακού γιατρού, πρέπει να είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του «πολίτη» – για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που είναι πολύ της μόδας αν και δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα: προσωπικό γιατρό θα έχουν όχι μόνον οι πολίτες, αλλά και οι «μη πολίτες» (μικρά παιδιά, αλλοδαποί που εργάζονται νόμιμα στην Ελλάδα, κλπ).

Ελάχιστοι γιατροί έχουν δηλώσει προς το παρόν συμμετοχή στο σύστημα, και οι προθεσμίες συμμετοχής συνεχώς επεκτείνονται, ενώ οι προϋποθέσεις συνεχώς χαλαρώνουν. Οι κατάλογοι που παρουσιάζονται είναι γεμάτοι από τα ονόματα των γιατρών των Κέντρων Υγείας και ΤΟΜΥ, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν υποχρεωτικά, ως δημόσιοι υπάλληλοι.

Το πόσο το σύστημα αυτό είναι σχεδιασμένο «στο πόδι», εξυπηρετεί απλώς μια μνημονιακή υποχρέωση και κατά συνέπεια είναι προορισμένο να αποτύχει, φαίνεται ενδεικτικά από τέσσερα σημεία:

Δεν προβλέπεται ειδική χρηματοδότηση για τις δαπάνες του συστήματος, οι οποίες προφανώς, είναι σημαντικές! Σε σχετικά ερωτήματά μας προς την ηγεσία του Υπουργείου πήραμε την απάντηση ότι το ζήτημα θα διευθετηθεί στην πορεία!

Δεν προβλέπεται κάποια μέριμνα για τα παιδιά! Ασφαλώς, κάθε σχετική προσπάθεια θα έπρεπε να αρχίζει από τα παιδιά τα οποία είναι η πιο ευαίσθητη και σημαντική πληθυσμιακή ομάδα.

Δεν προβλέπεται τίποτε για νοσηλεία και επισκέψεις ασθενών στα σπίτια τους! Δεν νοείται σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας χωρίς αυτή τη δυνατότητα, γεγονός που αποδείχθηκε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας με την καραντίνα των ασθενών.

Δεν προβλέπεται τίποτε επίσης, για τα έκτακτα περιστατικά και τη δυνατότητα επισκέψεων στο γιατρό Σαββατοκύριακα και αργίες ή χωρίς ραντεβού! Αυτό θα οδηγήσει σε κυκεώνα αντιπαραθέσεων και δε θα ανακουφίσει καθόλου τα τμήματα επειγόντων των Νοσοκομείων.

Όσον αφορά τις συμβάσεις με τους γιατρούς τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε με δυο λόγια τα εξής: Η σύμβαση είναι μονομερής και  «λεόντεια» προς την πλευρά του ΕΟΠΥΥ. Περιλαμβάνει μόνο υποχρεώσεις για τους γιατρούς και όχι δικαιώματα. Ο χρόνος που προβλέπεται για κάθε ασθενή δεν επαρκεί. Και οι αμοιβές είναι σε τελική ανάλυση μικρές, αν ληφθεί υπόψη ότι ιδιωτικό ιατρείο με ένα άτομο προσωπικό έχει μηνιαία έξοδα περίπου τρεις χιλιάδες ευρώ το μήνα.

Δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού περισσότερο, επειδή δεν αφορά το κοινό. Δικαιολογεί όμως την απροθυμία των γιατρών να συμβληθούν. Οι γιατροί δεν είναι κακοί, ούτε άπληστοι, ούτε εγωιστές. Δε στέκονται εχθρικά  προς κάθε προσπάθεια να δημιουργηθεί σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Αντίθετα, επιδιώκουν ένα σωστό σύστημα ΠΦΥ, επιδιώκουν να προστατεύσουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους και σε τελική ανάλυση, την υγεία των ασθενών τους και των ίδιων.

 

 

 

 

 https://sertharros.gr

 

 

 

 
  

Σχετικά Άρθρα