Αρχική Πολιτική Δημήτρης Τσοβόλας: Ο αδικημένος της Αλλαγής

Δημήτρης Τσοβόλας: Ο αδικημένος της Αλλαγής

από ttt

Όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τον συνάντησε με τη σύζυγό του, τυχαία, σε μια από τις τελευταίες γιορτές για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είπε στη σύζυγό του: «Ρένα να τον προσέχεις τον Δημήτρη, είναι έντιμος άνθρωπος». Αυτός που τον έστειλε στο Ειδικό Δικαστήριο, ο αθεόφοβος!

 

 

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Κανείς δεν ξέρει πώς θα ήταν οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και εντεύθεν, αν ο Ανδρέας Παπανδρέου που χρειάσθηκε να διασχίσει την έρημο της απομόνωσης, δεν είχε δίπλα του μια χούφτα ανθρώπους. Ο πιο μαχητικός ήταν ο Δημήτρης Τσοβόλας.

Ήταν και από τους πιο ακέραιους, σε μια εποχή που η διαπλοκή της εποχής και οι «ανταποκριτές» της εντός του ΠΑΣΟΚ αμφισβητούσαν την εντιμότητα ακόμη και του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο «γιος του αγωγιάτη από την Άρτα» -όπως τον χλεύαζαν όσοι δεν κατάφεραν να δαμάσουν την αδιαπραγμάτευτη προσήλωσή του στο δημόσιο συμφέρον, που τον διέκρινε ως υπουργό Οικονομικών- μπήκε στο ΠΑΣΟΚ με την ίδρυσή του – ωθούμενος από την ΕΑΜική καταγωγή του.

Είχε την τύχη να εισέλθει στη Βουλή από το 1977 κιόλας, όταν η ερμηνεία του νόμου έστειλε στην Άρτα την τελευταία έδρα της τρίτης κατανομής στην περιφέρεια της Ηπείρου.

Από τότε, άφησε το στίγμα του ως μαχόμενος πολιτικός με κρυστάλλινο βίο. Δεν παρασύρθηκε από την ισχύ που απέκτησε και τις κατά καιρούς σειρήνες του συστήματος που τον προσέγγιζαν, με τα συνήθη επιχειρήματά τους: χρήμα και εξουσία.

Το 1981 ήταν αναγνωρισμένος δικηγόρος και θριαμβευτής στην εκλογική του περιφέρεια, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου τον ξεχώρισε από τους νέους βουλευτές της Αλλαγής και τον τοποθέτησε υφυπουργό στο υπουργείο Οικονομικών.

Έμεινε ως το 1989 – ενώ γύρω του άλλαζαν διαρκώς υπουργοί του οικονομικού επιτελείου.
Στη μεγάλη αναμέτρηση του Ανδρέα Παπανδρέου με τις δυνάμεις που οργάνωσαν το «βρόμικο ‘89» – με αφορμή το σκάνδαλο Κοσκωτά – για «να τον ρίξουν και να φέρουν τον Κ. Μητσοτάκη», έγινε και ο ίδιος στόχος και στάθηκε όρθιος απέναντί τους.

Ανάμεσα σε σκληρούς πολέμιους και κομματικούς παράγοντες που συμπαρέσυρε η συναλλαγή, η στάση του ήταν ασπίδα και για τον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο, με διάτρητο κατηγορητήριο.

Η άδικη καταδίκη του Ιανουάριο του 1992 σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και τριετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, έμελλε να σημάνει την ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και την πρώτη μεγάλη ήττα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η επαναληπτική εκλογή στη Β’ Αθήνας για την κάλυψη της έδρας που του αφαιρέθηκε από το Δικαστήριο, εξελίχθηκε σε εποποιΐα δικαίωσης του και τον εδραίωσε με το δικό του φωτοστέφανο στην ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.

Στάθηκε δίπλα στον Ανδρέα Παπανδρέου όταν πολλοί τον εγκατέλειπαν.

Ήταν ένας από τους τρεις -οι άλλοι δυο ήταν ο Πέτρος Λάμπρου και ο Αντώνης Λιβάνης- στους οποίους ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ ανέθεσε να διασώσουν τα σύμβολα, τα «χαρτιά» και τους συσχετισμούς στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, αν στο «Πεντελικό» έχανε τον ανίερο πόλεμο εναντίον του στην Κεντρική Επιτροπή. Με οργανωτή τον Κώστα Σημίτη και εκτελεστή τον Κώστα Λαλιώτη.

Μετά τη νίκη του 1993, οι πιέσεις στον, ασθενούντα πλέον, Ανδρέα Παπανδρέου του έκλεισαν το δρόμο προς το οικείο του υπουργείο Οικονομικών.

Αποποιήθηκε κάθε άλλη πρόταση και δεν έγινε ποτέ υπουργός του επανακάμψαντος Παπανδρέου – παρά τη συμβολή του σ’ αυτό.

Καταγράφηκε όμως στη συνείδηση των πολιτών ως «αδικημένος της Αλλαγής» και με τη στήριξή τους ως επικεφαλής του Δημοκρατικού Κοινωνικού Κινήματος που ίδρυσε, μπήκε στη Βουλή του 1996.

Η αναμέτρηση με τις υπέρτερες δυνάμεις που επένδυσαν στον Κώστα Σημίτη, μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, τον άφησε εκτός Βουλής .
Δεν βγήκε ποτέ όμως από το πάνθεο των πολιτικών που λατρεύτηκαν από την κοινή γνώμη για την εντιμότητα, το ήθος και την συναίσθηση του ρόλου τους ως εκπροσώπων του λαού.

Το όνομά του υπήρξε σε τόσο βαθμό συνώνυμο της ακεραιότητας, ώστε ο ίδιος ο διώκτης του Κώστας Μητσοτάκης υποκλίθηκε.

Όταν τον συνάντησε με τη σύζυγό του τυχαία σε μια από τις τελευταίες γιορτές για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είπε στη σύζυγό του: «Ρένα να τον προσέχεις τον Δημήτρη, είναι έντιμος άνθρωπος». Αυτός που τον έστειλε στο Ειδικό Δικαστήριο, ο αθεόφοβος.

Επέτρεψε στη μαχόμενη δικηγορία και ως κορυφαίος ποινικολόγος κέρδισε μεγάλες υποθέσεις – με πολιτικό ενδιαφέρον συχνά.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του, με τον καρκίνο να τον κατατρώει – χωρίς ο ίδιος να κάμπτεται- τον βρήκε συνήγορο των διωκόμενων από το σύστημα Μητσοτάκη στο σκάνδαλο Novartis, Δημήτρη Παπαγγελόπουλου και της Γιάννας Παπαδάκου- της οποίας η απολογία αναβλήθηκε, ακριβώς γιατί ως συνήγορος της δεν ήταν σε θέση να στη συνοδεύσει τον ανακριτή.

Έτσι κι αλλιώς η παρουσία του προμήνυε μεγάλη δίκη, για την ελευθέρια του λόγου και τη Δικαιοσύνη, που δεν θα δώσει πλέον – αφήνοντας όμως στο πόδι του την Λυδία Τσοβόλα, εξαίρετη νομικό, κόρη και συνεργάτιδά του.
Η Ρένα Τσοβόλα και ο γιος τους Κώστας, θα έχουν ως παρηγοριά ότι η πολιτική διαδρομή του υπήρξε, με καθολική αναγνώριση, υποδειγματική.

Πολιτικοί σαν τον Τσοβόλα κράτησαν ψηλά τη σημαία της Δημοκρατικής Παράταξης και μαζί τις μεγάλες ιδέες της και το φρόνημα του λαού.

Τον γνώρισα το 1974 στην Άρτα – αυτός στο Κίνημα κι εγώ στη Νεολαία ΠΑΣΟΚ- και ξέρω πόσο αποφασισμένος ήταν όταν επρόκειτο για την απονομή του Δικαίου, αλλά και για το δίκιο των πολλών.

Όπως ξέρω και πόσα στερήθηκε η πολιτική όταν το 2004 την εγκατέλειπε, λυπημένος, αλλά ακατάβλητος και υπερήφανος για τις δυο δεκαετίες που την υπηρέτησε.

Στις επόμενες δεκαετίες δεν θέλησε να επιστρέψει, παρότι είχε ευκαιρίες. Έμενε στρατιώτης της Παράταξης, με την ικανοποίηση ότι δεν έριξε ποτέ νερό στις αρχές του- ακόμη και αν επρόκειτο να μείνει έξω από τον πολιτικό στίβο. Και με τη στεναχώρια για τις ήττες και τις υστερήσεις της παράταξης.

Είναι από τους λίγους σύγχρονους πολιτικούς που αντλούσε τη δύναμη του μόνο από το λαό: έχανε αξιώματα αλλά κέρδισε θέση στις καρδιές των ανθρώπων και βάθρο στη Ιστορία.
Δεν παραπονέθηκε ποτέ επειδή αδικήθηκε, για να μην έχουν εμπόδιο άνομες επιδιώξεις, οι εκπρόσωποι των οποίων κυριάρχησαν στο κόμμα που αυτός και κάποιοι έχτισαν ακολουθώντας με ανιδιοτέλεια τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Αν η πολιτική έχει και μια παιδαγωγική πλευρά, η πορεία του Δημήτρη Τσοβόλα στα δημόσια πράγματα συνιστά, σπάνια θετική παιδαγωγική.

 
  

Σχετικά Άρθρα