Αρχική Οικονομία Όταν οι λύκοι των αγορών σιωπούν, οι άνθρωποι ουρλιάζουν

Όταν οι λύκοι των αγορών σιωπούν, οι άνθρωποι ουρλιάζουν

από ttt
Έχουμε αναλύσει στο παρελθόν την σημασία που έχουν οι εκθέσεις που δημοσιεύονται από τους τέσσερις (Moody’s , S&P, Fitch, DBRS) οίκους αξιολόγησης, με θέμα την πιστοληπτική ικανότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με όσα ίσχυαν πριν την πανδημία, η ΕΚΤ δέχονταν στο τακτικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (APP)  όσα ομόλογα είχαν αξιολογηθεί με την κατηγορία  «επενδυτική βαθμίδα» (investment grade), τουλάχιστον από ένα οίκο αξιολόγησης. Τα Ελληνικά κρατικά ομόλογα μετά το «κούρεμα» (πρόγραμμα PSI,   Φεβρουάριος 2012) του χρέους είχαν καταταγεί και από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης στην κατηγορία Junk (σκουπίδια) και δεν γίνονταν δεκτά στο APP, με αποτέλεσμα τα επιτόκια δανεισμού για δημόσιο και επιχειρήσεις να είναι υψηλά. 

Λόγω της πανδημίας η ΕΚΤ εφάρμοσε το έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης PEPP στο οποίο δεν ίσχυε ο κανόνας της επενδυτικής βαθμίδας. Στο PEPP γίνονταν δεκτά και ομόλογα με αξιολογήσεις χαμηλότερες της επενδυτικής βαθμίδας όπως τα Ελληνικά. Το ευνόητο αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν ο χαμηλότοκος δανεισμός της Ελληνικής οικονομίας αναγκαία και ικανή συνθήκη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης που προκάλεσε η πανδημία. 

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά έως σήμερα, η ΕΚΤ σκοπεύει από τον ερχόμενο Μάρτιο να αποσύρει το πρόγραμμα PEPP και να επαναφέρει το τακτικό πρόγραμμα APP στο οποίο θα ενταχθούν (μέσω της έκτακτης διαδικασίας waiver) και τα Ελληνικά ομόλογα ακόμα και αν δεν έχουν έως εκείνη την χρονική περίοδο επανενταχθεί από κανένα οίκο αξιολόγησης στην κατηγορία της επενδυτικής βαθμίδας. Φυσικά αυτή η εξαίρεση θα έχει ποσοτικούς και χρονικούς περιορισμούς. Συμπερασματικά δεν υπάρχει άπειρος χρόνος για τα Ελληνικά ομόλογα. 

Στο τέλος του 2021 οι τρείς (3) οίκοι αξιολόγησης (S & P, Fitch, DBRS) κατατάσσουν τα Ελληνικά ομόλογα δύο κατηγορίες κάτω από την επενδυτική βαθμίδα ενώ η Moody’s που κατατάσσει τα Ελληνικά ομόλογα τρεις κατηγορίες κάτω από την επενδυτική βαθμίδα «σιώπησε» και δεν δημοσίευσε την προγραμματισμένη για την Παρασκευή 19 Νοεμβρίου έκθεση της για την Ελληνικής οικονομίας (το ίδιο είχα κάνει η Moody’ s και στην προηγούμενη προγραμματισμένη αξιολόγηση τον Μάϊο). Οι προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ότι η Moody’s θα αναβάθμιζε την Ελληνική οικονομία, διαψεύστηκαν. 

Η «διπλή» σιωπή της  Moody’s το 2021 είναι ανησυχητικό δεδομένο. Σίγουρα ο συγκεκριμένος οίκος είναι ιδιαίτερα αυστηρός με την χώρα μας αλλά εδώ δεν αξιολογούμε προθέσεις και συμπεριφορές,  αλλά αποτελέσματα. Ήτοι στο νέο κύκλο αξιολογήσεων του 2022 πρέπει η Ελληνική Οικονομία να αναβαθμισθεί από τουλάχιστον ένα οίκο αξιολόγησης κατά δύο κατηγορίες, ώστε τα Ελληνικά ομόλογα να είναι επιλέξιμα σύμφωνα με τους πάγιους κανόνες και όχι με εξαίρεση (waiver) στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης APP της ΕΚΤ. 

Κάθε οίκος αξιολόγησης δημοσιεύει για κάθε χώρα έως δύο ετήσιες εκθέσεις. Συνεπώς για να επανακτήσει η χώρα μας την επενδυτική βαθμίδα έως το τέλος 2022 πρέπει ένας από τους τρείς επενδυτικούς οίκους (S&P, Fitch, DBRS) να την αναβαθμίσει διαδοχικά δύο φορές το 2022. Στόχος ανέφικτος. Δύσκολα ένας οίκος αξιολόγησης θα αναβαθμίσει σε ένα έτος και σε δύο διαδοχικές αξιολογήσεις μία εθνική οικονομία. Συνεπώς, με την πλέον ευοίωνη πρόβλεψη η χώρα θα επανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και θα επανενταχθεί χωρίς εξαιρέσεις στα δανειακά προγράμματα της ΕΚΤ, τον χειμώνα του  2023. Μεγάλο χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να συμβεί το απρόβλεπτο κακό, δηλαδή μία παγκόσμια οικονομική κρίση. 

Όταν ξεκίνησε η πανδημία και επιβλήθηκαν οι κοινωνικοί περιορισμοί (lockdown) οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές πίστευαν ότι μία παγκόσμια οικονομική κρίση ήταν μπροστά (ΣΣ: Η στήλη είχε τότε διαφωνήσει με το «μαύρο σενάριο» και είχε διατυπώσει θετική πρόβλεψη). 

Οι Κασσάνδρες και οι «μαύρες προβλέψεις» διαψεύστηκαν οικτρά. Απολύτως αντικειμενικά, ήταν μία τεράστια «διανοητική αποτυχία». Οι εταιρείες, οι κοινωνίες, τα νοικοκυριά προσαρμόστηκαν πολύ καλύτερα από το προβλεπόμενο στις συνθήκες κοινωνικής αποστασιοποίησης (lockdown). 

Οι άνθρωποι εργάσθηκαν αποτελεσματικά από το σπίτι, ψώνισαν από το διαδίκτυο και διασκέδασαν με ψηφιακές δραστηριότητες. Ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις σε ΗΠΑ, Ε.Ε και Ιαπωνία επιστράτευσαν επιθετική επιδοματική δημοσιονομική πολιτική και ενίσχυσαν αποτελεσματικά τα εισοδήματα που πλήττονταν από την πανδημία. Οι κεντρικές τράπεζες στήριξαν αυτές τις κυβερνητικές πολιτικές αγοράζοντας τεράστιες ποσότητες κρατικού χρέους. Παράλληλα η γρήγορη ανακάλυψη και κυκλοφορία αποτελεσματικών εμβολίων επανάφερε την αισιοδοξία για σύντομη επιστροφή στην κανονικότητα και απέρριψε στην πράξη τις δυσοίωνες προβλέψεις. 

Οι παγκόσμιοι οικονομικοί οργανισμοί  (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα) ευθυγραμμίστηκαν με την διεθνή θετική τάση, υιοθετώντας μετριοπαθείς αισιόδοξες αλλά προβλέψεις που πλέον ξεπερνιόνται από τα πραγματικά απολογιστικά στοιχεία που είναι πολύ καλύτερα από τις αρχικές θετικές εκτιμήσεις. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ (βάσει των απολογιστικών στοιχείων 2021) έως το 2024 οι χώρες G20 θα έχουν πετύχει αναπτυξιακούς ρυθμούς που θα υπολείπονται περίπου 1% από τις προβλέψεις του οργανισμού πριν την εμφάνιση της πανδημίας, ενώ το συνολικό δημόσιο χρέος των χωρών  G20 που το 2019 έφθανε το 83% και το 2021 θα αυξηθεί στο 103 % στην συνέχεια θα σταθεροποιηθεί (πρόβλεψη για το 2026 106%), επειδή οι οικονομίες ανακάμπτουν με εντυπωσιακούς ρυθμούς (πχ στις ΗΠΑ η ανάπτυξη «τρέχει» το 2021 με 6,4 %). 

Το πρόβλημα στο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών δεν θα λυθεί με δημοσιονομικές πολιτικές λιτότητας, αλλά με αύξηση του εταιρικού φόρου (Απόφαση του G7 για παγκόσμια αύξηση του εταιρικού φόρου κλπ.). Αυτές ακριβώς οι καλές εξελίξεις επιταχύνουν πλέον την απόσυρση των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες. Μοιραία θα αυξηθούν τα επιτόκια συνεπώς και το κόστος αποπληρωμής του χρέους των αναπτυσσόμενων οικονομιών της Ασίας (εξαιρείται η Κίνα) και της Λατινικής Αμερικής για τις οποίες προβλέπεται ότι θα υπάρξει πτώση της ανάπτυξης, αφού σε αυτές τις κοινωνίες τα προβλήματα που προκάλεσε η πανδημία δεν έχουν επουλωθεί. 

Όμως σε αυτές τις χώρες παράγεται περίπου το 58% του παγκόσμιου πλούτου. 

Συμπέρασμα: Στις προηγμένες χώρες οι επιπτώσεις της πανδημίας αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά και δεν προκάλεσαν ανεπανόρθωτες οικονομικές ζημιές. Αντίθετα στις αναδυόμενες οικονομίες η πανδημία προκάλεσε βαθιές πληγές, που αναμένεται να προκαλέσουν προβλήματα στην παραγωγή. Μοιραία και σε συνδυασμό με την άνοδο των επιτοκίων, θα προκύψουν προβλήματα διαχείρισης χρέους για αυτά τα κράτη. Σχηματικά, η επανεκκίνηση πολλών ταχυτήτων πιθανότατα θα προκαλέσει μία νέα παγκόσμια οικονομική αναταραχή με την μορφή της κρίσης χρέους. 

Αυτή ακριβώς η πρόβλεψη ερμηνεύει την στάση της Moody’s, που «σιωπά» για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, επειδή φοβάται την επανεμφάνιση της διεθνούς κρίσης χρέους που θα προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στην Ελληνική οικονομία που ταλανίζεται από την ασθένεια του μεγάλου δημόσιου χρέους. Όταν οι λύκοι των αγορών σιωπούν, οι άνθρωποι ουρλιάζουν. 

Πηγή: Reporter.gr

Σχετικά Άρθρα